basilo

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς και το ποδαρικό στον Πόρο

Από: | Δεκεμβρίου 30th, 2014 | 0 Σχόλιο

Tags:

Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης – 

Μετά τα Χριστούγεννα ακολουθεί η Πρωτοχρονιά, γιορτή που όλα τα μικρά παιδιά περίμεναν με λαχτάρα γιατί ο Άγιος Βασίλης τους έφερνε το δώρο τους.

Το έβαζαν δίπλα στο τζάκι και τους έλεγαν πως το ‘φερε ο Άγιος Βασίλης μπαίνοντας από την καμινάδα. Τα πιο μεγάλα παιδιά είχαν άλλες χαρές. Περίμεναν πως και πώς να πουν τα κάλαντα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και να κάνουν«ποδαρικό» σε συγγενικά σπίτια και στα σπίτια της γειτονιάς.

Έτσι πρωί-πρωί της παραμονής, οι πιτσιρικάδες σε ομάδες δύο, τριών ή και μόνοι τους καμιά φορά, κρατώντας στα χέρια τους τα τρίγωνα ξεχυνόντουσαν στους δρόμους, χτυπούσαν τις πόρτες και ρωτούσαν με αδημονία: «Να τα πούμε;». Μερικές φορές άκουγαν με απογοήτευση την άρνηση: «Μας τα ‘παν άλλοι». Τις πιο πολλές φορές όμως οι νοικοκυρές άνοιγαν την πόρτα και καλούσαν τους πιτσιρικάδες να πούνε τα κάλαντα. Και τότε με τις ψιλές φωνές τους αυτοί άρχιζαν:

«Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,
και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ’ σαι αρχόντισσα κυρία.

 

Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάντιο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
δες και με-δες και με το παλικάρι.

 

Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.

….και εις έτη πολλά».

Η νοικοκυρά τους έδινε ένα μελομακάρονο για να τους γλυκάνει και ένα φράγκο, δίφραγκο για το καλό της χρονιάς, που το τσέπωναν αυτοί με ευχαρίστηση. Μερικοί μεγάλοι είχαν σκαρώσει πιο επαγγελματικά τη δουλειά. Ο Καμπουράκης παρέα με το μπάρμπα-Αλέκο, την παραμονή των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των  Φώτων, γύριζαν την παραλία και τις γειτονιές  του νησιού κι έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.

O Καμπουράκης είχε κρεμασμένο από το λαιμό του ένα μεγάλο ζουγραφισμένο χαρτονένιο καραβάκι και βάραγε το καθιερωμένο τρίγωνο. Ο Μπάρμπα Αλέκος γρατζούναγε το παλιό μπουζουκάκι του, προσπαθώντας να πιάσει το τέμπο και με τις αγριοφωνάρες τους ξεσήκωναν τον κόσμο. Πολλοί ήταν αυτοί που έριχναν φραγκοδίφραγκα στο φουγάρο του καραβιού κι από κει έφταναν στη χαρτονένια κοιλιά του. Ο Καμπουράκης, μυαλό διαολεμένο όπως ήταν, είχε ανοίξει μια τρύπα με συρτάκι στο μπάτο του καραβιού, έβανε το χέρι κι έκανε αφαίμαξη από τον κοινό κουρμπανά. Έτσι στο τέλος έπαιρνε τα δύο τρίτα περίπου της είσπραξης κι ο μπάρμπα-Αλέκος έξυνε με απορία το κεφάλι του κι αναλογιζόταν ο καημένος, πώς στο διάτανο βρισκόντουσαν πάντα πιο λίγα  τα λεφτά στο καραβάκι από αυτά που υπολόγιζε πως έπρεπε να ‘χει αυτό στη κοιλιά του.

Το βράδυ της Παραμονής συνηθιζόταν στον Πόρο να κατεβαίνει πολύς κόσμος στην Αγορά για τα τελευταία ψώνια ή απλά για μια βόλτα. Μετά οι πιο πολλοί  πήγαιναν στις ταβέρνες, όπου μαζί με το κρασί άρχιζε και το καθιερωμένο παίξιμο της «κορόνας».

Ένα βράδυ, που όλοι έπαιζαν κορώνα  στην ταβέρνα του Ντρούγκα, ο Καμπουράκης είχε φτιάξει με μαεστρία ένα δικόρωνο δίφραγκο και μαδούσε κανονικά τους μισομεθυσμένους θαμώνες της ταβέρνας. Κάποια στιγμή όμως, το καταραμένο το δίφραγκο έκανε γκελ στο μωσαϊκό και πήγε λίγο μακρύτερα. Κάποιος το σήκωσε, είδε το δικέφαλο κέρμα και τότε όλοι μαζί έπεσαν πάνω στον Καμπουράκη,  άρχισαν να τον χτυπάνε και είδε κι έπαθε να φύγει, να φτερακίσει, να γλιτώσει από τους μανιασμένους κορωνατζήδες, που ‘θελαν να τον λιανίσουν, να τον κάνουν φέτες.

Αγαπημένο έθιμο των Ποριωτών, όπως και όλων των Ελλήνων, τις μέρες της Πρωτοχρονιάς ήταν και είναι να δοκιμάζουν την τύχη τους στη χαρτοπαιξία, τόσο στα  σπίτια, όσο και στα καφενεία. Μοναδικό καφενείο τα χρόνια εκείνα για την χαρτοπαιξία ήταν το καφενείο του μπάρμπα Θόδωρου του Μαγκλάρα. Όσοι προτιμούσαν το μεγαλύτερο τζόγο, πήγαιναν στο ξενοδοχείο της κυρά Αθηνάς, που τους είχε διαθέσει για τον σκοπό αυτόν το σαλόνι του ξενοδοχείου της.

Το έθιμο να παίζονται χαρτιά το βράδυ της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς περιμένοντας την αλλαγή του χρόνου,  επικρατούσε στα περισσότερα ποριώτικα σπίτια. Τα ποσά συνήθως ήταν χαμηλά, τέτοια που να προσφέρουν απλά μια φιλική διασκέδαση χωρίς να στενοχωρούν τους χαμένους. Τα πιο συνηθισμένα παιχνίδια ήταν το τριάντα ένα και το εικοσιένα.

xartia

Είναι εκπληκτικό, πόσο ίδιος κι απαράλλαχτος λαός είμαστε και μείναμε σχεδόν ίδιοι από την αρχαιότητα ως σήμερα. Η λαογραφία μας μπορεί να το αποδείξει αυτό κάλλιστα, αρκεί να γυρίζουμε  πίσω στα γραπτά κείμενα των αρχαίων μας συγγραφέων, για να βρούμε παραδόσεις, ήθη και έθιμα των αρχαίων Ελλήνων, που είναι ίδια κι απαράλλαχτα με τα σημερινά τα δικά μας και των παππούδων μας. Ένα από αυτά τα έθιμα που μας έρχεται από την αρχαιότητα είναι και το «ποδαρικό». Έχει επικρατήσει στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας και είναι ένα από τα κυριότερα έθιμα της πρωτοχρονιάς.

Όλος ο κόσμος πιστεύει, πως ο πρώτος άνθρωπος που θα πατήσει το πόδι του στο σπίτι του με την αλλαγή του χρόνου, θα μεταλαμπαδέψει την τύχη του ή και την γρουσουζιά του στο σπίτι που πρωτομπαίνει με τη νέα χρονιά.

Έτσι, από πολύ πρωί, σχεδόν χαράματα, ανήμερα πρωτοχρονιάς, τα  παιδιά   ξεχύνονταν  στους  δρόμους,  να προλάβουν  να  μπουν αυτά  πρώτα στα σπίτια  συγγενών και γειτόνων, αλλά και άλλων, για  να κάνουν ποδαρικό. Όλοι ήθελαν, για να τους πάει  καλά  η  χρονιά, να  τους  κάνει ποδαρικό ένα μικρό παιδί, που ήταν αγνό κι άδολο. Στο σπίτι έπρεπε να μπει το παιδί με το δεξιό πόδι, για να ‘ρθουν όλα δεξιά και να είναι αίσια τα γεγονότα της καινούργιας χρονιάς, ενώ ταυτόχρονα ο νοικοκύρης εκσφενδόνιζε στο κατώφλι του σπιτιού κι ένα μεγάλο ρόδι στον τοίχο. Τα ροδόχρωμα σπόρια τινάζονταν σ’ όλη την κάμαρα., για να ‘ναι την καινούργια χρονιά το σπίτι γιομάτο με πολλά αγαθά και παιδιά, όπως τα σπόρια του ροδιού.

rodi

Από το σπάσιμο του ροδιού πηγάζει και η λαϊκή έκφραση «έσπασε το ρόδι» κι αυτό σημαίνει καλό ξεκίνημα. Αλλά γι’ αυτούς που θεωρούμε καντέμηδες, λέμε ειρωνικά τη φράση «θα σε φωνάξω, ρε,  να μου σπάσεις το ρόδι».

Το παιδί μόλις έμπαινε στην πόρτα φώναζε με καθαρή και δυνατή φωνή: «χρόνια πολλά, με υγεία κι ευτυχία να περάσετε το νέο έτος».

Αυτό ήταν το «ποδαρικό», που ‘λεγαν τα παιδιά και οι νοικοκυραίοι τα φίλευαν με γλυκά (για να ‘ναι γλυκός ο καινούργιος χρόνος) και λεφτά (για να ‘ναι χαρούμενα τα παιδιά και να περάσει χαρούμενα κι αυτός ο χρόνος). Τα λεφτά βέβαια ήταν αυτά που ενδιέφεραν τους πιτσιρικάδες. Το φιλοδώρημα για «ποδαρικό» ήταν συνήθως τάλιρο, μερικές φορές έπεφτε στο δίφραγκο, αλλά κι άλλες φορές έφτανε και το δεκάρικο.

Όλα τα σπίτια και τα πιο φτωχικά άνοιγαν την πόρτα στο πρώτο παιδί που θα τους ξυπνούσε για ποδαρικό, έστω κι αν οι νοικοκυραίοι είχαν ξενυχτήσει στο γλέντι και στη χαρτοπαιξία. Τα παιδιά προτιμούσαν να κάνουνε ποδαρικό σε συγγενικά τους κυρίως σπίτια, αφού οι Ποριώτες παλιά σέβονταν πολύ κι εκτιμούσαν τη συγγένεια κι έτσι το ρεγάλο ήταν μεγαλύτερο από τους δικούς τους ανθρώπους. Το αίμα νερό δε γίνεται, λέγανε.

Μόλις τελείωνε το ποδαρικό μαζευόντουσαν όλοι, μικροί και μεγάλοι στην Ρουκουτίμα για τη πατροπαράδοτη «κορώνα».

Παλιά συνηθιζόταν στον Πόρο να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο στα παιδιά που θα πήγαιναν να επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Συνήθως πήγαιναν τα εγγόνια ή τα ανίψια. Ήταν η «καλή χέρα».

Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα, μια κι ούτε λεφτά υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια.

Το κυριότερο όμως έθιμο της Πρωτοχρονιάς, πέρα από μελομα­κάρονα και τους κουραμπιέδες, τα κάλαντα, το ποδαρικό, τη χαρτοπαιξία, την κορόνα, τα δώρα στους δικούς μας, ήταν και είναι η «βασιλόπιτα». Έλεγαν πως αν δεν έτρωγες γαλοπούλα, δεν έμπαινε ο Άι Βασίλης στο σπιτικό σου.

Τη βασιλόπιτα παλιά στον Πόρο την έφτιαχναν όπως και το Χριστόψωμο με ζύμη και τη στόλιζαν με πολλά κεντίδια, διάφορα διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι που τα ‘φτιαχναν μ’ ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι. Κατά την ώρα του ζυμώματος έβαζαν μέσα στη βασιλόπιτα κι ένα νόμισμα, το «φλουρί». Όσοι είχαν τον τρόπο τους έβαζαν λίρα χρυσή, οι άλλοι έβαζαν ψεύτικη και οι πιο πολλοί έβαζαν ένα νόμισμα, φράγκο ή δίφραγκο. Σήμερα μερικές νοικοκυρές φτιάχνουν τη βασιλόπιτα με κέικ ή τσουρέκι και οι πιο πολλές την αγοράζουν έτοιμη από το φούρναρη. Δεν είναι όμως η ίδια βασιλόπιτα με αυτήν που ‘φτιάχναν οι μανάδες και οι γιαγιάδες μας.

Η Βασιλόπιτα κοβόταν πάντα στο μεσημεριανό τραπέζι, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου την πρώτη μέρα  του Γενάρη. Όταν ερχόταν η ώρα για το κόψιμο της πίτας, συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια. Ο αρχηγός της φαμίλιας άρχιζε με επισημότητα το κόψιμο της πίτας Ο νοικοκύρης την σταύρωνε τρεις φορές με ένα μαχαίρι και μετά άρχιζε να κόβει τα κομμάτια, λέγοντας «χρόνια πολλά και του χρόνου να ‘μαστε καλά». Το πρώτο ήταν του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του Αγίου Βασιλείου, το τέταρτο του σπιτιού και ακολουθούσαν τα κομμάτια του, πατέρα, της μητέρας και μετά των παιδιών της οικογένειας με σειρά ηλικίας. Τελευταία  έκοβε και για τυχόν κάποιον ξένο που βρισκόταν στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, πράγμα δύσκολο για την εποχή εκείνη, γιατί ο καθένας ήθελε να κάνει πρωτοχρονιά σπίτι του.

Όποιος έβρισκε στο κομμάτι του το κρυμμένο φλουρί ήταν ο τυχερός της χρονιάς και συνήθως μαζί με το φλουρί ο νοικοκύρης του ‘δινε  κι ένα δώρο ή ένα χρηματικό ποσό, που είχε μελετηθεί από πριν. Αν το φλουρί έπεφτε στα κομμάτια του Χριστού, της Παναγίας ή του Αγίου Βασιλείου, τότε θεωρούσαν πως τυχεροί ήταν όλοι στο σπίτι.

Άλλα έθιμα της πρωτοχρονιάς πέρα από τα κάλαντα, τη χαρτοπαιξία, την «κορόνα», τις πολλές ευχές για καλή χρονιά και υγεία, τη λίρα ή το κέρμα στη βασιλόπιτα ήταν και η αγριοκρεμμύδα, η μπόσκα, όπως τη λέμε στο Πόρο, που (συμβολίζει την διαρκή ανανέωση) και την κρεμούσαν στην εξώπορτα ή τύλιγαν το βολβό της με ασημόχαρτο ή χρυσόχαρτο και την τοποθετούσαν σε μια άκρη στο σαλόνι.

Σήμερα, πέρα από τα καθιερωμένα, τα παλιά ήθη και έθιμα έχουν αρχίσει πια να φθείρονται με το πέρασμα των χρόνων. Οι πιο πολλοί σημερινοί άνθρωποι γιορτάζουν       την Πρωτοχρονιά με «ρεβεγιόν» σε διάφορα κέντρα διασκέδασης.  Έτσι είναι ο κόσμος. Ο χρόνος τα’ αλλάζει όλα. Επικρατούν άλλες νοοτροπίες,  νέα ήθη, νέα έθιμα.-

Γιάννης Πουλάκης

Σχετικά με Babis Kanatsidis

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς και το ποδαρικό στον Πόρο

Σχετικά Άρθρα

Απάντηση

Η διεύθυνση email δεν θα δημοσιοποιηθεί. Τα απαιτούμενα παιδία υποδεικνύονται με *

Όνομα *

Email *

URL